Beyond the closing - Moving Doors

Press Releases

12 May 2026

Η Moving Doors αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εταιρείες του emerging flexible living οικοσυστήματος στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Με αφετηρία την Κύπρο και πλέον δυναμική παρουσία στην Ελλάδα, η εταιρεία αναπτύσσει ένα οργανωμένο μοντέλο επιπλωμένης μεσοπρόθεσμης στέγασης, εξυπηρετώντας expats, στελέχη πολυεθνικών και εταιρικούς πελάτες.

Με αφορμή τη στρατηγική επένδυση της Golden Age Capital και τη νέα φάση ανάπτυξης της εταιρείας, συζητήσαμε με τον Θάνο Γεραμάνη, CEO της Moving Doors, για την πορεία της εταιρείας, την επέκταση στην Ελλάδα, τη συνεργασία με private equity επενδυτές και το μέλλον του flexible living στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Ακολουθεί η πλήρης συνέντευξη.

1. Η Moving Doors ξεκίνησε από την Κύπρο. Η Ελλάδα ήταν πάντα στο πλάνο, ή η αγορά σας τράβηξε εκεί;

Η Moving Doors γεννήθηκε στην Κύπρο γιατί εκεί βρίσκονταν ο Γιάννης και ο Δημήτρης όταν ξεκίνησαν την εταιρεία. Οι ιδρυτές είδαν από νωρίς ένα πολύ συγκεκριμένο κενό στην αγορά: επαγγελματίες, ξένες εταιρείες και digital nomads χρειάζονταν επιπλωμένη στέγη για τρεις, έξι ή εννέα μήνες, αλλά οι διαθέσιμες επιλογές ήταν είτε καθαρά τουριστικές είτε σχεδιασμένες για κλασική μακροχρόνια μίσθωση. Ουσιαστικά, καμία από τις δύο δεν εξυπηρετούσε πραγματικά αυτή την ανάγκη.

Η Ελλάδα δεν ήταν εξαρχής στο πλάνο με την έννοια ενός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος, ήταν όμως από την αρχή το προφανές επόμενο βήμα. Όταν βλέπεις ότι ένα μοντέλο λειτουργεί σε μια αγορά όπως η Κύπρος, ξέρεις ότι η Αθήνα με τη ζήτηση από πολυεθνικές, ναυτιλιακές, expats και ξένους επενδυτές, είναι μια αγορά με πολύ ισχυρή δυναμική για flexible living.

Η Κύπρος μάς έδωσε τον χρόνο να χτίσουμε σωστά το μοντέλο, τις διαδικασίες και τα συστήματά μας, να βελτιώσουμε τα unit economics και να καταλάβουμε πραγματικά τον πελάτη. Η Αθήνα ήρθε όταν νιώσαμε ότι ήμασταν έτοιμοι να υποστηρίξουμε αυτή την ανάπτυξη.

2. Κλείσατε αύξηση κεφαλαίου το 2024 και πώληση πλειοψηφικού πακέτου το 2026. Πρόκειται για γρήγορη σειρά κινήσεων. Τι άνοιξε η πρώτη συναλλαγή που έκανε δυνατή τη δεύτερη;

Η είσοδος θεσμικού επενδυτή το 2024 άλλαξε ουσιαστικά τον τρόπο που λειτουργούσε η εταιρεία σε καθημερινή βάση. Reporting, KPI dashboards, governance, διαδικασίες και συνολικά μεγαλύτερη οργανωτική πειθαρχία μπήκαν πολύ πιο έντονα στην καθημερινότητά μας.

Όταν ξεκίνησε η διαδικασία με την Golden Age Capital το 2026, υπήρχαν ήδη δύο χρόνια συνεπών δεδομένων, μια ομάδα που λειτουργούσε με επαγγελματικά standards και ένα μοντέλο που είχε ήδη δοκιμαστεί στην πράξη. Αυτό έκανε τη συζήτηση πιο ουσιαστική και τη διαδικασία πολύ πιο αποτελεσματική.

3. Η Alma ήταν παρούσα και στις δύο διαδικασίες. Έχει πραγματικά σημασία η συνέχεια του συμβούλου, ή είναι απλώς κάτι που λένε οι σύμβουλοι;

Έχει μεγάλη σημασία γιατί σε μια δεύτερη συναλλαγή δεν ξεκινάς από την αρχή. Ο σύμβουλος ξέρει ήδη την εταιρεία, το ιστορικό της, τι είχε υποσχεθεί στον προηγούμενο γύρο και τι τελικά παρέδωσε. Αυτό βοηθάει πολύ, ειδικά στις πιο απαιτητικές στιγμές μιας διαπραγμάτευσης, όπου η αξιοπιστία και η κατανόηση της επιχείρησης παίζουν μεγάλο ρόλο.

Υπάρχει και κάτι ακόμα πιο πρακτικό. Ένα fund έχει κλείσει εκατοντάδες deals, ενώ για έναν founder μπορεί να είναι η πρώτη ή η δεύτερη φορά. Ένας σύμβουλος που έχει ήδη δουλέψει μαζί σου ξέρει πώς σκέφτεσαι, πού είσαι πιο ευέλικτος, πού όχι και πώς λειτουργείς υπό πίεση. Αυτό κάνει τη διαδικασία πολύ πιο ουσιαστική και μειώνει αρκετό από τον θόρυβο που συνήθως δημιουργείται σε τέτοιες συζητήσεις.

4. Η Κύπρος απέδειξε το μοντέλο. Τώρα μπαίνετε στην Ελλάδα, μια μεγαλύτερη και πιο ανταγωνιστική αγορά. Τι θα κάνετε διαφορετικά, και τι αποφασίσατε να μην αλλάξετε;

Η Αθήνα είναι μια αγορά που κινείται πολύ πιο γρήγορα και με μεγαλύτερο ανταγωνισμό, οπότε χρειάζεται μεγαλύτερη ένταση σε επίπεδο execution. Επενδύουμε περισσότερο σε performance marketing, σε direct B2B sales προς πολυεθνικές και ναυτιλιακές και συνολικά σε πιο διαφοροποιημένα κανάλια ανάπτυξης.

Ταυτόχρονα, υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν θέλουμε να αλλάξουμε καθόλου. Η λειτουργική πειθαρχία και τα operational standards είναι πολύ βασικό κομμάτι του μοντέλου μας. Τα guest experience metrics, οι χρόνοι απόκρισης, η ποιότητα του ακινήτου σε κάθε check-in — αυτά είναι που τελικά καθορίζουν την εμπειρία του πελάτη. Σε μια αγορά όπου όλοι επικοινωνούν περίπου το ίδιο πράγμα, η συνέπεια στην εκτέλεση είναι αυτή που κάνει τη διαφορά.

5. Πώς διαμορφώσατε από κοινού με την Golden Age Capital τη στρατηγική επέκτασης της Moving Doors, και ποιες αποφάσεις ήταν αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας;

Η συνεργασία με την Golden Age Capital ήταν ουσιαστικά μια συνεχής συζήτηση από την πρώτη μέρα. Εμείς φέραμε τη γνώση της καθημερινής λειτουργίας της αγοράς — τι λειτουργεί, τι δεν λειτουργεί, πού υπάρχουν όρια στο μοντέλο και πού βλέπαμε τις μεγαλύτερες ευκαιρίες. Από τη δική τους πλευρά υπήρχε πολύ μεγάλη εμπειρία στο πώς χτίζεται μια εταιρεία με μεγαλύτερη κλίμακα και πιο μακροπρόθεσμη στρατηγική.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία πήραμε αρκετές σημαντικές αποφάσεις μαζί. Η πιο βασική ήταν ο ρυθμός με τον οποίο θα επεκταθούμε στην Αθήνα και το πόσο επιθετικά θα κινηθούμε στην αγορά. Παράλληλα, δουλέψαμε αρκετά πάνω στη δομή του management team και στον τρόπο οργάνωσης της εταιρείας, ώστε να υποστηρίξουμε σωστά την επόμενη φάση ανάπτυξης.

Ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι ήταν η ενίσχυση του governance framework της εταιρείας, με πιο οργανωμένο reporting, πιο δομημένες διαδικασίες και συνολικά μια πιο θεσμική λειτουργία. Αυτά είναι πράγματα που συχνά δεν φαίνονται προς τα έξω, αλλά επηρεάζουν πολύ το πώς μπορεί μια εταιρεία να μεγαλώσει σωστά.

6. Πολλοί υποστηρίζουν ότι το flexible living είναι απλώς μια κυκλική ευκαιρία. Πώς το απαντάτε;

Νομίζω ότι το flexible living συνδέεται με κάποιες πολύ βαθύτερες αλλαγές στον τρόπο που ζούμε και εργαζόμαστε, γι’ αυτό και δεν το βλέπουμε ως μια προσωρινή τάση.

Η πρώτη είναι ότι η εργασία έχει αποσυνδεθεί αρκετά από τη γεωγραφία. Είναι πλέον πολύ πιο συνηθισμένο κάποιος να μετακινείται για λίγους μήνες σε άλλη πόλη ή χώρα για δουλειά, ειδικά σε κλάδους όπως το tech, το consulting ή το finance.

Η δεύτερη αφορά την ίδια την αγορά κατοικίας. Σε πολλές μεγάλες πόλεις, η πρόσβαση σε ποιοτική κατοικία έχει γίνει αρκετά δύσκολη, ιδιαίτερα για κάποιον που θέλει να μείνει έξι ή εννέα μήνες. Οι κλασικές λύσεις συχνά δεν εξυπηρετούν αυτή την ανάγκη.

Και το τρίτο είναι ότι οι ίδιες οι εταιρείες έχουν αλλάξει τον τρόπο που διαχειρίζονται relocations και corporate housing. Αναζητούν πλέον πιο ευέλικτες και πιο οργανωμένες λύσεις, με συνεργάτες που μπορούν να προσφέρουν συνέπεια σε διαφορετικές αγορές.

Όταν βλέπεις αυτές τις αλλαγές να συμβαίνουν ταυτόχρονα και με τέτοια διάρκεια, καταλαβαίνεις ότι δεν μιλάμε απλώς για έναν κυκλικό κλάδο ή μια πρόσκαιρη ευκαιρία.

7. Ποιο είναι το πιο συνηθισμένο λάθος που κάνει ένας επιχειρηματίας όταν κάθεται απέναντι από ένα private equity fund για πρώτη φορά;

Συνήθως η συζήτηση ξεκινά και τελειώνει πολύ γρήγορα γύρω από την αποτίμηση. Προφανώς το valuation έχει σημασία, αλλά στην πράξη είναι μόνο ένα μέρος της συμφωνίας. Οι υπόλοιποι όροι είναι αυτοί που επηρεάζουν το πώς θα λειτουργεί η εταιρεία τα επόμενα χρόνια και πόση ευελιξία θα έχει ο founder μετά τη συναλλαγή: board composition, reserved matters, liquidation preferences, anti-dilution provisions, drag-along rights, vesting.

Έχω δει επιχειρηματίες να αφιερώνουν τεράστια ενέργεια στο να ανεβάσουν λίγο περισσότερο την αποτίμηση και πολύ λιγότερο χρόνο στο να καταλάβουν τι ακριβώς σημαίνουν οι υπόλοιποι όροι της συμφωνίας. Και πολλές φορές εκεί κρίνεται αν ένα deal είναι πραγματικά καλό ή όχι.

8. Πού βλέπετε τη Moving Doors σε δύο χρόνια και ποιοι δείκτες θα δείξουν αν η επένδυση απέδωσε σωστά;

Σε δύο χρόνια θέλω η Moving Doors να είναι ανάμεσα στις κορυφαίες επιλογές για επιπλωμένη μεσοπρόθεσμη στέγη τόσο στην Αθήνα όσο και στην Κύπρο, με σημαντικά μεγαλύτερο portfolio από σήμερα και τα πρώτα βήματα σε μία ακόμη αγορά εκτός των δύο τρεχουσών.

Οι δείκτες που θα δείξουν αν η επένδυση απέδωσε είναι τέσσερις. Πρώτος, η οικονομική απόδοση και συγκεκριμένα το contribution margin. Αν αυτό βελτιώνεται όσο μεγαλώνει η εταιρεία, σημαίνει ότι χτίζουμε πραγματικές οικονομίες κλίμακας και όχι απλώς έναν μεγαλύτερο οργανισμό. Δεύτερος, η πληρότητα και ο μέσος χρόνος διαμονής, που δείχνουν αν το προϊόν λειτουργεί ουσιαστικά για τον πελάτη. Τρίτος, το guest NPS και το ποσοστό επιστροφής πελατών, τόσο corporates όσο και ιδιωτών. Και τέταρτος, το ποσοστό εσόδων από direct και B2B κανάλια σε σχέση με τρίτες πλατφόρμες, γιατί όσο αυξάνεται τόσο πιο ισχυρή και ανθεκτική γίνεται η εταιρεία.

Αν σε δύο χρόνια αυτοί οι δείκτες κινούνται όλοι προς τη σωστή κατεύθυνση, τότε η συνεργασία με την GAC θα έχει αποδώσει όχι μόνο οικονομικά, αλλά και στρατηγικά.